Μακαρόνια με ειδήσεις και κυμά

Είναι μεσημέρι και έχετε καθίσει για φαγητό. Από το παράθυρο βλέπετε φωτιά στο διαμέρισμα της απέναντι πολυκατοικίας. Δεν κινδυνεύετε και ούτε γνωρίζετε τους ενοίκους αλλά μάλλον θα σταματήσετε να τρώτε και κάτι θα κάνετε. Είτε από αλτρουισμό είτε από περιέργεια ή, το πιθανότερο, μια μίξη και των δύο δε θα μείνετε αδρανής. Αλήθεια, πόσο διαφορετική είναι η εικόνα που βλέπετε μέσα από το τζάμι του παραθύρου από εκείνη που μεταδίδεται μέσα από το γυαλί της τηλεοπτικής οθόνης;

Θεωρώ νοσηρό το συνδυασμό των ειδήσεων με οποιοδήποτε γεύμα της ημέρας. Η ένταση των συναισθημάτων που μας προκαλεί ένα γεγονός εξαρτάται, κατά προτεραιότητα, από τη συναισθηματική και φυσική μας απόσταση από αυτό. Εάν συμβεί κάτι δυσάρεστο σε ένα μέλος της οικογενείας θα μας αναστατώσει όσο μακρυά και αν βρίσκεται. Επιπλέον, θα θορυβηθούμε περισσότερο αν κάποιος άγνωστος που περπατά δίπλα μας πάθει κάτι πάρα αν αυτό συμβεί στο απέναντι πεζοδρόμιο. Συνήθως οι ειδήσεις που προβάλλονται δε μας αφορούν και ασφαλώς ο εγκέφαλος μας αναγνωρίζει αυτή τη διάσταση ανάμεσα στις δυσάρεστες εικόνες και την προσωπική μας ζωή. Αλλά είναι υγιές να συνδυάζονται με την ώρα του φαγητού;

Πιστεύω πως όχι. Αυτός ο συνδυασμός συμβάλλει στην εξοικείωση του ανθρώπου με ταπεινά ένστικτα, τον αναισθητοποιεί. Μόνο ένα κτήνος μπορεί να φάει ενώ μπροστά του συμβαίνει κάτι θλιβερό. Και εμείς πλησιάζουμε αυτό το κτήνος ολοένα και περισσότερο κάθε φορά που γευματίζουμε μπροστά στην εικόνα μιας καταστροφής.

Υπάρχουν και καλές ειδήσεις, θα μου πείτε. Ίσως να μη φαίνεται με την πρώτη ματιά αλλά είναι εξίσου επιζήμιο. Πόσο πιθανό θα ήταν στο άκουσμα ενός καλού νέου, αν, για παράδειγμα, κερδίζατε εσείς ή κάποιος δικός σας το λαχείο, να συνεχίζατε ατάραχος το γεύμα σας; Το κάνετε όμως όταν βλέπετε καλές ειδήσεις.

Είτε με κακά είτε με καλά νέα χάνουμε την ευαισθησία μας. Τα μακαρόνια με ειδήσεις και κύμα ταΐζουν το τέρας μέσα μας.

(Ά) Θεός;

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους που πιστεύουν στο Θεό, στον οποιοδήποτε Θεό, και σε εκείνους που είναι άθεοι. Πρόκειται καθαρά για θέμα στρατηγικής. Διαφορετικά πορεύεται όποιος πιστεύει πως υπάρχει κάτι μετά, το οποίο μάλιστα εξαρτάται από το ποιόν του σε αυτή τη ζωή, και αλλιώς όποιος είναι βέβαιος ότι όλα τελειώνουν εδώ. Η πίστη στο Θεό ή η απουσία της επηρεάζει καθοριστικά όλες τις αποφάσεις που παίρνουμε με μια ασυνείδητη κυρίως διαδικασία.

Δεν είναι εύκολο να απαντηθεί ποια επιλογή είναι ευνοϊκότερη για τον άνθρωπο ή την κοινωνία. Άσε που και ο προσδιορισμός του «ευνοϊκού» εξαρτάται από την ύπαρξη ή ανυπαρξία θρησκευτικής πίστης. Επιπλέον, φαίνεται πως μάλλον η απάντηση δεν είναι μοναδική και αλλάζει ανάλογα με τις περιστάσεις και το χαρακτήρα του καθενός.

Αναμφισβήτητα, όποιος πιστεύει «υποχρεώνεται» είτε συνειδητά είτε από «φόβο» Θεού να ακολουθήσει μια σειρά ηθικών κανόνων. Όλες οι θρησκείες προάγουν τις ατομικές και κοινωνικές αρετές. Αντίθετα, ένας άθεος ευκολότερα υποκύπτει στα πάθη του. Γιατί να μην επιδιώξει ακόμα και ό,τι νοσηρά επιθυμεί αφού στο τέρμα δεν τον περιμένει ένας αδέκαστος κριτής.

Από την άλλη πάλι, οι θρησκείες (οι πλέον δημοφιλείς τουλάχιστον) δίνουν το παράθυρο της μετάνοιας. Έτσι κάποιος μπορεί να ακολουθήσει ένα δρόμο… κακό έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του πως μπορεί όταν φτάσει στο όριο που ο ίδιος θέτει να αναζητήσει συγχώρεση. Αυτή η διαδικασία είναι εν πολλοίς ασυνείδητη μιας και η μετάνοια οφείλει να είναι ειλικρινής.

Τέλος, όποιος πιστεύει, επειδή ακριβώς τίποτα δεν τελειώνει εδώ, ευκολότερα θυσιάζεται για κάποιο ιδανικό. Αντίθετα, ένας άθεος είναι λογικό να επιδιώκει την παράταση του βίου του με κάθε τρόπο.

Υπάρχουν, όμως, κάποιοι άνθρωποι των οποίων η ζωή δεν επηρεάζεται από τις θρησκευτικές τους επιλογές. Πρόκειται για το σπάνιο είδος όσων έχουν την υψηλή παιδεία να ζυγίζουν τη σημασία και συνάμα την ασημαντότητα της ύπαρξής τους με το σωστό μέτρο. Δε διογκώνουν αλλά ούτε ευτελίζουν τη ζωή τους και θα πάρουν τις ίδιες αποφάσεις είτε πιστεύουν είτε δεν πιστεύουν. Μην μπερδέψετε την παιδεία με τη μόρφωση. Οι άνθρωποι αυτοί απαντώνται εξίσου στα έδρανα καταξιωμένων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και στα απομακρυσμένα χωριά τις Πίνδου. Εκεί ψηλά μπορεί και περισσότερο.

Ο φίλος μου ο Λευτεράκης

Δε συμμετέχω σε κανένα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά έχω έναν φίλο, τον Λευτέρη, που είναι πολύ δραστήριος. Με ενοχλούν τρία πράγματα στο προφίλ του. Θα πάρω για παράδειγμα τις φωτογραφίες που αναρτά.

Το πρώτο και λιγότερο κακό είναι πως οι φωτογραφίες του είναι εξωραϊσμένες. Αποτυπώνουν πάντα την καλή γωνία του προσώπου του, όχι εκείνη που έχει τη μεγάλη ελιά. Και τον δείχνουν πιο ψηλό και πιο αδύνατο. Ιδίως αυτές με μαγιό, όσες τόλμησε να ανεβάσει, στις οποίες η κοιλιά του είναι πάντα ρουφηγμένη.

Το δεύτερο κακό είναι πως οι φωτογραφίες του, πολλές φορές, θυμίζουν στον ίδιο τις κακές στιγμές που κρύβονται από πίσω. Πρόσφατα σε μία φωτογραφία είναι χαμογελαστός στην άκρη ενός φράγματος. Πολύ ωραία θα πει κανείς. Και η κρίση πανικού που τον έπιασε μέχρι να ανέβει και να κατέβει; Και οι στεναχώριες που τον οδήγησαν σε αυτή και σε άλλες παρόμοιες εκδρομές; Αυτά, αν και δεν φαίνονται πουθενά, υπάρχουν και τα θυμάται κάθε φορά που βλέπει αυτές τις φωτογραφίες. Δεν τον αφήνουν, δηλαδή, να ξεχάσει και να ξεχαστεί. Από την άλλη, όταν βλέπει φωτογραφίες άλλων, ανάλογης ομορφιάς και θάρρους, αγνοεί ότι και εκεί μπορεί να κρύβεται μία θλιβερή ιστορία ή ένας αφανής φόβος. Τις θεωρεί αυθεντικές και τις αντιπαραβάλει με το δικό του ψέμα. Διπλό το κακό.

Το τρίτο είναι η «υποταγή» των φωτογραφιών στο στερεότυπο που κάθε φορά έχει επιλέξει. Στο οποιοδήποτε στερεότυπο. Σε εκείνο το γκρεμό ήταν το στερεότυπο του επιμελώς ατημέλητου, ερασιτέχνη πεζοπόρου. Σε άλλη ανάρτηση, του αυστηρού ρόκα που καπνίζει και αλλού, άλλα πιο formal στερεότυπα. Πάντως πάντα ένα από τα δεκάδες χιλιάδες στερεότυπα που έχουν διαμορφωθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τελικά, η εικόνα του προφίλ του δεν είναι η εικόνα της ζωής του. Που είναι τα δάκρυα, οι εμετοί, οι ατελείωτες ώρες δουλειάς που δεν άντεχε άλλο; Πουθενά. Παντού όμορφες εικόνες που τις πιο πολλές φορές του θυμίζουν, του υπενθυμίζουν, τα θλιβερά που είναι κρυμμένα πίσω από τα χαμόγελά του. Κατά περίεργο τρόπο τις πραγματικά χαρούμενες και ξένοιαστες στιγμές ξέχασε – καθόλου παράξενο για αυτό ήταν ξένοιαστες – να «ανεβάσει» κάτι.

2018-06-27 16.15.34

Τον ξέρω χρόνια και έχω το θάρρος οπότε τον ρώτησα γιατί το κάνει αυτό. «Θυμάσαι», μου είπε, «όταν ήμασταν μικροί και κάναμε κάτι σπουδαίο; Λέγαμε μακάρι να υπήρχε κάποιος με μια κρυφή κάμερα να απαθανατίσει την ωραία βουτιά από το βράχο, ας πούμε, για να τη δείξει στο κορίτσι που μας άρεσε.»

«Ναι», τον διέκοψα, «Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα. Αυτή η κάμερα δεν είναι κρυφή. Ξέρεις ότι υπάρχει και όχι μόνο ξέρεις αλλά είσαι αυτός που την κρατά. Πώς θα κάνεις καλή βουτιά με το ένα χέρι σου να την κρατά;»

Τελοσπάντων. Νομίζω πως όλοι γνωρίζετε τον φίλο μου.

Όσο μεγαλώνεις αρχίζουν τα προβλήματα

Όταν ήμασταν φοιτητές ιδρύσαμε μία οργάνωση πολιτικού περιεχομένου. Θέλαμε κάτι διαφορετικό που να μη χαρακτηρίζεται από τις παθογένειες των οργανώσεων που υπήρχαν με το χαρακτηριστικό ξύλινο λόγο.  Γιατί στα μάτια μας όλες οι οργανώσεις, ανεξαρτήτως ιδεολογίας, είχαν τις δικές τους παθογένειες και φυσικά το δικό τους ξύλινο λόγο, από διαφορετικό ξύλο η καθεμία. Από την πρώτη συνάντηση φάνηκε η ανάγκη του συμβιβασμού. Δεν είχαμε όλοι ακριβώς το ίδιο πράγμα στο μυαλό μας. Στην πρώτη αυτή συνάντηση, που παρεμπιπτόντως κράτησε πολλές ώρες, φάνηκε και η ανάγκη να μοιραστούν ρόλοι. Οι συμβιβασμοί και οι ρόλοι δεν άφησαν κανέναν απολύτως ικανοποιημένο και από τις πρώτες ζυμώσεις, για να μην πω τριβές, αισθάνθηκα μία ξύλινη γλώσσα, τη δική μας ξύλινη γλώσσα που μόλις γεννιόταν να χαϊδεύει τα λόγια μας.

Πριν διπλασιαστούν τα μέλη άρχισε να εμποτίζει, ιδίως τους πρωτεργάτες, η ψυχή και το πνεύμα του πολιτικού, του συνδικαλιστή. Καθένας διάλεξε ανάλογα με το χαρακτήρα του ένα από τα γνωστά, διαθέσιμα κουστούμια κομματικής συμπεριφοράς. Δεν το κάναμε επίτηδες, δεν υπήρχαν ακόμα συμφέροντα, ήταν αυθόρμητο. Όταν μεγαλώσαμε λίγο ακόμα άρχισαν οι ίντριγκες, οι προσωπικές στρατηγικές και τα δικά μας μικρά σκάνδαλα. Το εγχείρημα απέτυχε.

2018-06-02 18.18.25

Έκτοτε ζηλεύω τις μεγάλες οργανώσεις γιατί με όλες τις ατέλειες και τις πληγές τους έχουν επιτύχει το συμβιβασμό προς όφελος του σκοπού που θέλουν να εξυπηρετήσουν. Οι ρόλοι, οι δομές, ο πολιτικός λόγος που αρθρώνεται χαρακτηριστικός και περίεργος, η «διαχείριση» των ψυχών των μελών είναι το αναγκαίο κακό. Το κακό που οξύνεται όσο η οργάνωση μεγαλώνει.

Ίσως αυτός είναι ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο ομάδες αναρχικής ιδεολογίας είναι μικρές: όσο μεγαλώνουν δημιουργείται η ανάγκη δομών που αντιτίθενται στον πυρήνα της αναρχικής ιδεολογίας και είναι έτσι καταδικασμένες στον κατακερματισμό. Για τον ίδιο λόγο μεγάλες οργανώσεις φαίνεται πως αποκλίνουν από την ιδεολογία που υπερασπίζονται: στο βωμό του μεγέθους θυσιάζονται ή αλλοιώνονται κάποια ιδανικά.

Το μέγεθος μιας οργάνωσης σε συνδυασμό με την ανθρώπινη φύση υπαγορεύει τον τρόπο. Ασφαλώς υπάρχουν διαφορετικότητες ανάλογα με την ιδεολογία. Αλλά αυτές αλλάζουν τη υφή, η ουσία των ρόλων είναι ίδια. Με απλά λόγια, ο αρχηγός είναι αρχηγός είτε λέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας είτε Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος. Βέβαια αυτό δε σημαίνει πως η υφή των ρόλων δεν έχει σημασία.  Αντίθετα, μάλιστα,  επί αυτής παλεύουν οι ιδεολογίες. Πάντως μην περιμένετε από μία μεγάλη οργάνωση να είναι τόσο αγνή όσο η ιδεολογία που υπερασπίζεται. Αυτό είναι αδύνατο.