Αφθονία αντί ευφυΐας

Ένας μυς που κινείται διατηρείται υγιής και δυνατός ενώ σε αντίθετη περίπτωση ατονεί. Έχει αποδειχτεί πως το ίδιο ισχύει και για τον εγκέφαλο. Η εξάσκηση είναι απαραίτητη για τη διατήρηση αλλά και τη βελτίωση των νοητικών λειτουργιών. Πόσο όμως βοηθούν το μυαλό να παραμείνει δραστήριο οι ανέσεις που παρέχει η τεχνολογική εξέλιξη;

Ας πάρουμε για παράδειγμα την επικοινωνία. Η αφθονία των μέσων οδηγεί σε πλεονασμούς. Έχουμε το κινητό τηλέφωνο στο χέρι και κανονίζουμε ένα ραντεβού, το οποίο στη συνέχεια τροποποιούμε διαρκώς ακόμα και καθώς πηγαίνουμε προς το σημείο της συνάντησης και αρκετές φορές μιλάμε στο τηλέφωνο ενώ βρισκόμαστε σχεδόν πλάτη με πλάτη σε απόσταση λιγότερη των δέκα μέτρων για να μπορέσουμε τελικά να βρούμε ο ένας τον άλλο. Παλιά ένα τηλεφώνημα, από το σταθερό, ήταν αρκετό. Σήμερα η υπερδιαθεσιμότητα των μέσων επικοινωνίας έχει αντικαταστήσει όλους τους τρόπους που έπρεπε να εφεύρει το μυαλό ώστε να μην ακυρωθεί μια προγραμματισμένη συνάντηση.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με τις τηλεδιασκέψεις. Υποτίθεται ότι φέρνουν κοντά αγαπημένα πρόσωπα που είναι πολύ μακρυά αλλά τελικά καταφέρνουν λιγότερα από τα γράμματα που έστελναν οι παππούδες μας. Κάθε βράδυ η επικοινωνία είναι ρηχή. Ξαφνικά δεν υπάρχει κάτι σημαντικό να ειπωθεί, η συζήτηση είναι πιο επιφανειακή από αυτή που κάνουμε με φίλους και συναδέλφους στον καφέ και, δυστυχώς, η μοναξιά χειρότερη όταν κλείνει το Skype. Όταν, όμως, η υπεραστική (ή μάλλον διεθνής) κλήση κόστιζε και, πολύ πιο παλιά, που υπήρχε μόνο η αλληλογραφία, οι λέξεις ήταν μετρημένες και το μήνυμα λιτό και περιεκτικό. Ο εγκέφαλος ήταν σε εγρήγορση, φιλτράριζε τις σκέψεις και τελικά επέλεγε, μέσα στο σπάνιο χρόνο και χρήμα που είχε διαθέσιμο, το κρίσιμο μήνυμα που έπρεπε κατά περίπτωση να μεταφέρει. Τώρα το μυαλό λιπαρό επαναλαμβάνεται, πλατυάζει, ατροφεί.

Φυσικά τέτοια φαινόμενα δεν περιορίζονται στην επικοινωνία ούτε είναι απόρροια μόνο των τελευταίων τεχνολογικών αλμάτων. Είναι το αποτέλεσμα μιας διαρκώς αυξανόμενης αφθονίας ανέσεων. Ένα «παλιό» παράδειγμα είναι το ασανσέρ: διευκολύνει την πρόσβαση στον τρίτο όροφο και εξαφανίζει την ανάγκη να σκεφτούμε τον καλύτερο τρόπο για να μεταφέρουμε τα πράγματα προς τα κάτω και κυρίως προς τα πάνω. Τα μέσα μεταφοράς μειώνουν τις αποστάσεις και τον κόπο. Το μυαλό συνειδητά ή ασυνείδητα δεν αισθάνεται την ανάγκη να σκεφτεί τη βέλτιστη διαδρομή για να εξοικονομήσει ενέργεια και πόρους. Όποιος δεν έχει μυαλό σήμερα έχει… μηχανή, αυτοκίνητο, ο,τιδήποτε.

Η τεχνολογική εξέλιξη είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας και της συνεργασίας πολύ έξυπνων ανθρώπων. Αλλά ενώ τα εργαλεία της είναι εδώ για να μας διευκολύνουν παράλληλα βάζουν το μυαλό μας στον πάγο. Μπορεί να το κρατούν απασχολημένο, όπως για παράδειγμα τα smartphones, αλλά όχι δραστήριο. Η διαφορά είναι τεράστια. Και θα είναι το θέμα επόμενου άρθρου.

Στατιστική & Ατομικότητα

Για ο,τιδήποτε θεωρείται επιζήμιο στην υγεία υπάρχει τουλάχιστον μία έρευνα να υποστηρίζει πως, μέχρι μιας κάποιας ποσότητας, όχι μόνο δε βλάπτει αλλά ωφελεί τον οργανισμό. Μοναδική ίσως εξαίρεση αποτελεί το κάπνισμα. Αν και είναι βέβαιο πως όποιος ψάξει ενδελεχώς θα βρει μία τουλάχιστον μελέτη να διαπιστώνει πως ένα τσιγαράκι την ημέρα δεν κάνει κακό. Αλλά για όλα τα άλλα, το κρασί, τον καφέ, τη σοκολάτα – για να αναφέρω τους συνήθεις υπόπτους – οι ερευνητές αποφαίνονται πως σε μικρές ποσότητες κάνουν καλό.

Αυτή η διαπίστωση δεν είναι συνολική. Αν και όλες οι μελέτες δημοσιεύονται σε έγκριτα περιοδικά, για κάθε μία που λέει ότι το τάδε κάνει καλό θα βρείτε και μία τουλάχιστον που λέει πως δεν κάνει ούτε καλό ούτε κακό και μία ακόμα που να ισχυρίζεται ότι αντιθέτως βλάπτει. Αυτή η διάσταση των αποτελεσμάτων οφείλεται στο διαφορετικό σχεδιασμό και τρόπο επιλογής των συμμετεχόντων, τη διαφορετική δοσολογία και πολλούς άλλους παράγοντες, που σχετίζονται με την αξιοπιστία των μελετών και τον πληθυσμό στον οποίον μπορούν να αναχθούν τα αποτελέσματά τους.

Αλλά ας τα αφήσουμε όλα αυτά και ας πιάσουμε το καλό σενάριο. Ας πούμε, για παράδειγμα, πως ένα ποτηράκι κόκκινο κρασί κάνει καλό. Σε καμία μελέτη τα αποτελέσματα δεν είναι απόλυτα. Αν, για παράδειγμα, σε μία έρευνα χίλιοι άνθρωποι έπιναν από ένα ποτήρι κόκκινο κρασί την ημέρα, οι 700 ωφελήθηκαν, οι 120 ούτε ωφελήθηκαν ούτε ζημιώθηκαν και οι υπόλοιποι 180 είχαν αρνητικές επιπτώσεις (εδώ παραλείπω την περιγραφή της ομάδας των μαρτύρων για λόγους απλούστευσης). Αυτά τα νούμερα παραλλάσσουν μεταξύ των μελετών αλλά κανένα από τα τρία και σε καμία μελέτη δεν είναι μηδέν. Δεν υπάρχει πουθενά καθολική ωφέλεια ή ζημία όλων όσων έλαβαν μέρος.

2018-06-16 18.51.05

Αν το οργανικό σας προφίλ ταιριάζει με το προφίλ αυτών που ωφελήθηκαν είστε τυχεροί ενώ σε αντίθετη περίπτωση τα πράγματα μπορεί να μην είναι και τόσο καλά. Γι’ αυτό έχει σημασία να ακούμε τον εαυτό μας και να ερμηνεύουμε σωστά τα σημάδια που μας δίνει. Ένας άνθρωπος που δεν έχει πιει ποτέ στη ζωή του αν αρχίσει να πίνει ένα ποτήρι κρασί την ημέρα μάλλον δε θα ωφεληθεί. Αντίθετα, κάποιος που πίνει πολύ αν περιοριστεί σε ένα ποτήρι κρασί την ημέρα το πιθανότερο είναι να δει θετικά αποτελέσματα. Και για να μην νομίζετε ότι προσπαθώ να προωθήσω έναν υγιεινό τρόπο ζωής – πραγματικά λέω απλά να ακούμε τον εαυτό μας – θα δώσω και ένα εκ διαμέτρου αντίθετο και ακραίο παράδειγμα. Όπως είπα στην αρχή, καμία μελέτη δε λέει πως το κάπνισμα ωφελεί. Μάλιστα, κάθε τσιγάρο εκτιμάται πως στερεί 5 λεπτά ζωής. Τι γίνεται όμως με τις περιπτώσεις κάποιων παππούδων που έφτασαν κοντά στα 100 χρόνια ζωής και δεν έβγαλαν το τσιγάρο από το στόμα τους; Αυτοί οι άνθρωποι προφανώς άκουγαν τον εαυτό τους και για κάποιο λόγο – υπάρχει ατομικότητα – το κάπνισμα δεν τους ενόχλησε ποτέ. Καλά έκαναν. Δε σημαίνει όμως αυτό πως και εσείς πρέπει να κάνετε το ίδιο ή ότι δεν πρέπει.

Οι έρευνες είναι χρήσιμες από στατιστικής άποψης και μπορούν να λαμβάνονται υπόψη για την διατύπωση γενικών οδηγιών και συμβουλών. Αλλά πόσο χρήσιμες είναι αυτές οι γενικές οδηγίες για τον καθέναν από εμάς ξεχωριστά; Τι αξία έχει για κάποιον, ο οποίος, βάσει των στατιστικών, έχει πιθανότητα μόνο 1% να πάθει κάτι αν τελικά το πάθει; Καθένας μας είναι διαφορετικός και χρειάζεται διαφορετικά πράγματα. «Είναι πιο σημαντικό να γνωρίζουμε τον άνθρωπο που πάσχει από μια ασθένεια από το να γνωρίζουμε τι είδους ασθένεια έχει», είπε ο Ιπποκράτης. Αναμφίβολα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη τις συστάσεις των ειδικών αλλά είναι εξίσου ή ίσως και πιο σημαντικό να προσέχουμε τις αλλαγές που υφίσταται το σώμα και η ψυχή μας και να πράττουμε αναλόγως. Βέβαια, η ατομικότητα δεν πρέπει να μετατρέπεται σε ψευδαίσθηση υπεροχής. Αλλά για αυτό θα μιλήσουμε μία άλλη φορά.

Δέκα χρόνια, δύο κιλά και εφτά μέτρα

Ο χρόνος είναι συνεχής. Εμείς τον χωρίζουμε σε διαστήματα (λεπτά, ώρες, ημέρες). Αυτή η κατάτμηση του χρόνου εξυπηρετεί την ανάγκη της συνεννόησης, του συγχρονισμού. Ανάγκη κρίσιμη που οδήγησε στην παγκόσμια αποδοχή της ίδιας μονάδας μέτρησης και που αν δεν είναι το μοναδικό σίγουρα αποτελεί το πιο τρανταχτό παράδειγμα καθολικής αποδοχής της μονάδας μέτρησης ενός φυσικού μεγέθους. Πρέπει να συμφωνούμε για το πότε θα συναντηθούμε ακόμα και αν πρόκειται να συναντηθούμε για κάτι κακό.

Τεράστια τα οφέλη της μέτρησης του χρόνου. Αλλά από την άλλη πάλι επειδή μετράμε το χρόνο δεν περνάει απαρατήρητος. Μετράμε τα χρόνια που πέρασαν και αισθανόμαστε το βάρος τους σαν να είναι κιλά. Τα γενέθλια μπορεί να καταλήξουν μία γιορτή θλίψης μετά από κάποια ηλικία και ορόσημα όπως η αλλαγή του χρόνου προκαλούν αισθήματα κατάθλιψης, ιδίως όταν ο απολογισμός δεν είναι θετικός. Χρήσιμη λοιπόν αλλά «βαριά» μερικές φορές η μέτρηση του χρόνου. 

αρχείο λήψης

Του χρόνου που όμως είναι για τον καθένα διαφορετικός. Και δεν είναι μόνο πόσα χρόνια ζει κάποιος. Υπάρχει βιολογική και πραγματική ηλικία. Η πραγματική είναι καλά μετρημένη αλλά η βιολογική; Και πώς την επηρεάζει η ακριβής μέτρηση της πραγματικής ηλικίας; Ίσως πολύ περισσότερο από όσο φαντάζεστε. Ένας 70 χρόνων δεν μπορεί παρά να σκέφτεται ότι έχει ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ακόμα και αν είναι αισιόδοξος και έχει βάλει το στόχο στα 100. Ένας νέος ότι έχει όλη τη ζωή μπροστά του.  Λάθος και οι δύο προσεγγίσεις: ο χρόνος που μένει αν και είναι απολύτως μετρήσιμος είναι απροσδιόριστος. Και ακριβώς επειδή δεν προσδιορίζεται δε θα  πρέπει να μας απασχολεί.

Είναι επίσης διαφορετικός όχι μόνο για τον καθένα αλλά και για τον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικές περιόδους. Στη χαρά περνάει γρήγορα ενώ το αντίθετο συμβαίνει στη θλίψη.  Έτσι μπορεί να πει κάποιος ότι τα χρόνια είναι περισσότερα – μικρότερα είναι ίσως μία καλύτερη λέξη – για έναν θλιμμένο. Δέκα χρόνια ευτυχίας είναι πολύ λιγότερα «πραγματικά» χρόνια από δέκα λυπημένα χρόνια.  Να μια μέτρηση καλύτερη αλλά  φυσικά όχι χρήσιμη στην καθημερινότητα.

Ίσως όμως χρήσιμη για τη ζωή μας. Θα ήταν καλύτερα αν είχαμε τη μέτρηση που ήδη έχουμε για να μη χάσουμε το τρένο ή να μην αργήσουμε στο ραντεβού μας και… καμία μέτρηση για τη ζωή μας. Καμία γιορτή, γενέθλια ή εν τέλει ηλικία. Μια μέρα που φεύγει διαγράφεται. Και μία καινούργια έρχεται. Καμία αγωνία για τα κεριά του Καβάφη που μας μένουν. Ο φόβος δεν προκύπτει επειδή δεν ξέρουμε πόσα είναι – αλίμονο αν ξέραμε – αλλά επειδή ξέρουμε, σύμφωνα με τις στατιστικές, ότι δε μπορεί να είναι περισσότερα από ένα συγκεκριμένο αριθμό, ένα ανώτερο όριο. Είναι ουτοπία αλλά αν δε μετρούσαμε το χρόνο δε θα υπήρχαν τα δεδομένα για να προσδιορίσουν το μέγιστο προσδόκιμο της ζωής. Και ίσως αν δεν υπήρχε αυτή η προσδοκία πως το τέλος είναι μακρυά για τους νέους και ότι πλησιάζει για τους μεγαλύτερους να ζούσαμε τη ζωή μας καλύτερα, πιο ελεύθερα. Ίσως και να μπορούμε ακόμα να το κάνουμε αν έχουμε τη θέληση να αγνοήσουμε τη μέτρηση του χρόνου πάνω μας.