Ανηφοροκατήφορος

«Πόσες ανηφόρες έχει η Αθήνα;» Η πνευματώδης, υποτίθεται, απάντηση είναι: «όσες και κατηφόρες».

Είναι, όμως, αλήθεια. Σε ένα δρόμο με κλίση η θέση – αν βρίσκεστε στην κορυφή, στη μέση ή στη βάση – αλλά κυρίως η πρόθεση – να κινηθείτε προς τα πάνω ή κάτω – καθορίζει αν πρόκειται για ανηφόρα, κατηφόρα ή κανένα από τα δύο εφόσον επιθυμείτε να παραμείνετε ακίνητος.

Η ζωή συχνά παρομοιάζεται με έναν ανηφορικό δρόμο λόγω των δυσκολιών που προκύπτουν. Πράγματι, είναι κοπιώδης ή ανάβαση ενός λόφου, για παράδειγμα, αλλά η κατάβαση του αν και ανετότερη είναι πολύ πιο επικίνδυνη. Θα έχετε ακούσει τη γεμάτη αγωνία απορία όσων έφτασαν σε μια δύσκολη για αυτούς κορφή: «ωραία… και τώρα πως κατεβαίνουμε;» Μιας και μιλάμε για κατήφορο, εκφράσεις του τύπου «κατρακύλησε» αναφέρονται στην αποτυχία κάποιου να σταθεί εκεί που σκαρφάλωσε, είτε ανέβαινε είτε είχε ήδη κατακτήσει την κορυφή του. Χρειάζεται προσοχή. Στην κατρακύλα, απαιτείται τρομερή προσπάθεια για να κρατηθείτε, πολύ μεγαλύτερη από όση χρειάστηκε για να ανεβείτε. Επιπλέον, η απογοήτευση συχνά καθηλώνει.

hills.jpg

Είναι πιο εύκολο να κατρακυλήσετε αν επιχειρήσατε απότομο ανέβασμα και δεν ήσασταν κατάλληλα προετοιμασμένος. Ασφαλέστερη επιλογή για να ανηφορίσετε – αλλά και για να κατηφορίσετε – είναι να κάνετε ζιγκ-ζαγκ, όπως τα σκαλιά που οδηγούν σε ξωκλήσια ή τα μονοπάτια που χαράζουν τα κατσίκια στα βουνά. Επιμηκύνεται η διαδρομή και ο χρόνος που απαιτείται για να φτάσετε στον προορισμό σας αλλά θα φτάσετε πιο ξεκούραστα και ασφαλώς. Αν επιχειρήσετε να ανεβείτε κάθετα, όπως κάνουν τα παιδιά, θα κουραστείτε περισσότερο και μπορεί να τσακιστείτε. Επιπλέον στο τέλος θα ακούσετε, όπως και τα παιδιά, «και τι κατάλαβες που έφτασες νωρίτερα;» Πράγματι, τις περισσότερες φορές δεν υπάρχει έπαθλο για τη συντόμευση της διαδρομής κατά λίγα λεπτά, αφήστε που συνήθως πρέπει απλά να περιμένετε και τους υπόλοιπους. Βέβαια, παρόλο που το κέρδος είναι μηδαμινό ή μηδενικό, εσείς, όπως και τα παιδιά, κάτι «καταλαβαίνετε», που δεν ξέρετε τι ακριβώς είναι, αλλά σας κάνει να αισθάνεστε ωραία. Και αυτό έχει την αξία του.

Τέλος, δεν υπάρχει ανηφόρα ή κατηφόρα αν επιλέξετε να παραμείνετε ακίνητος και να βλέπετε τους άλλους να περνούν προς τα πάνω ή κάτω. Αλλά αυτό δεν έχει ενδιαφέρον, έτσι δεν είναι; Μάλλον θα έχετε την τάση να κινηθείτε προς κάποια κατεύθυνση. Κάτι που γενικώς είναι μια καλή ιδέα εκτός ορισμένων περιπτώσεων. Αν, ας πούμε, έχετε φτάσει αρκετά ψηλά και επιχειρήσετε να ανεβείτε ψηλότερα ο κίνδυνος να κατρακυλήσετε είναι υψηλός. Καλύτερα να καθίσετε εκεί που είστε, να πιείτε έναν καφέ και να διαβάσετε την εφημερίδα σας χωρίς να ασχολείστε με αυτούς που συνεχίζουν να σκαρφαλώνουν. Κάποιοι θα τα καταφέρουν ενώ άλλοι, μετά από λίγο, θα κατρακυλήσουν μπροστά από το τραπεζάκι που έχετε αράξει. Λίγοι θα φτάσουν και θα παραμείνουν στο πιο ψηλό σημείο. Αλλά και λίγοι θα παραμείνουν στη βάση. Κατά περίεργο τρόπο, η μοναξιά και τα λοιπά συναισθήματα της βάσης και της κορυφής μοιάζουν πολύ. Γι’ αυτό και η προσαρμογή αυτών που από την κορυφή κατρακύλησαν στη βάση είναι καλύτερη άλλων που σκαμπανεβάζουν στα ενδιάμεσα.

Η Αθήνα αλλιώς…

Πρόσφατα ανέβηκα στο λόφο της Πνύκας δύο φορές, βράδυ και πρωί. Τη νύχτα η εικόνα ήταν εντυπωσιακή. Η Ακρόπολη μοναδική και φωταγωγημένη με εξαίσιο τρόπο. Το σκοτάδι έκρυβε το γκρίζο μπετόν και η πλημμύρα των φώτων της πόλης έφτιαχνε ένα πέπλο που απλωνόταν γύρω από το στέμμα του Παρθενώνα.

Αλλά το άλλο πρωί η θέα ήταν, όπως και από κάθε υπερυψωμένο σημείο της πόλης, αποκαρδιωτική. Τα ξέρετε. Ελάχιστο πράσινο και άναρχη δόμηση που κάνει το λεκανοπέδιο να μοιάζει με ένα τεράστιο σωρό από μπάζα. Ένας όγκος ασχήμιας που εξαφανίζει, φυσικά, και την Ακρόπολη. Φανταστείτε πως ένα φορτηγό έχει αδειάσει τόνους κοπριάς και κάπου εκεί σε ένα βουναλάκι υπάρχει ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι. Πόσο μπορεί να αλλάξει την εικόνα το δαχτυλίδι;

Ολική κατεδάφιση και στη συνέχεια ανοικοδόμηση ήταν η πρώτη αγχωμένη και θυμωμένη αλλά μη εφαρμόσιμη λύση που πέρασε από το μυαλό μου. Να πάρουμε, δηλαδή, ένα ένα τα κομμάτια από αυτό το τεράστιο τσιμεντένιο παζλ, που ένα μικρό παιδί ταίριαξε άτσαλα, και να τα τοποθετήσουμε στη σωστή τους θέση.

Chile-VALPARAISO-900x500

Αργότερα, όμως, πιο ήρεμος είχα μια αναλαμπή. Να μετατρέψουμε αυτό το στραπατσαρισμένο παζλ σε ένα έργο αφηρημένης τέχνης. Αν κάθε κομμάτι του, κάθε κτίριο δηλαδή, βαφτεί με χρώμα έντονο και διαφορετικό από αυτό των γειτονικών η πόλη θα μετατραπεί σε ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό. Δε διεκδικώ πρωτοτυπία. Είδα μετά πως υπάρχουν τέτοιες πόλεις και χωριά ανά τον κόσμο. Αλλά ίσως η Αθήνα μπορεί να γίνει η πρώτη ιστορική πρωτεύουσα με τόσο χρώμα.

Ήμουν τόσο ενθουσιασμένος αλλά και πεποισμένος για το ρεαλιστικό του υποθετικού εγχειρήματος που άρχισα να σχεδιάζω την εκτέλεσή του. Μέχρι και πρόγραμμα επιδοτήσεων φαντάστηκα. Και τα χαμόγελα των ελαιοχρωματιστών, των χρωματοπωλών και των συναφών επαγγελμάτων.

Σοβαρά όμως τώρα: κάτι τέτοιο ίσως να είχε οφέλη απρόβλεπτα και πολύπλευρα. Τί λέτε; Έχετε καμία άλλη ιδέα;

Αρχαιοελληνικός πολιτισμός: τόσο κοντά αλλά τόσο μακρυά…

Απεχθάνομαι τις αναφορές μας στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Ασφαλώς είναι πολύ όμορφο να είναι κανείς περήφανος για τις ρίζες του, όπως, για παράδειγμα, τα παιδιά για τους γονείς τους. Αλλά συνήθως η μνεία στους αρχαίους Έλληνες είναι του τύπου: «ξέρεις ποιος είναι ο πατέρας μου ρε!» Αναδίδει υπεροψία και συχνά συνοδεύεται από την εντελώς αβάσιμη πίστη πως αυτός ο θαυμαστός πολιτισμός μας κληροδότησε το δικαίωμα σε μία καλύτερη μεταχείριση.

Την προηγούμενη εβδομάδα παρακολούθησα μια παράσταση στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου και για μια ακόμα φορά θαύμασα το μέγεθος, ποιοτικό και ποσοτικό, των υποδομών που «μπήκαν στον κόπο» να κατασκευάσουν οι πρόγονοί μας, δυόμιση χιλιάδες χρόνια πριν, για να εξυπηρετήσουν τις πολιτισμικές τους ανησυχίες. Το ύψος της δαπάνης για την κατασκευή του θεάτρου δε μπορεί να συγκριθεί, αναλογικά, με καμία επένδυση της σύγχρονης Ελλάδας για τον πολιτισμό. Ίσως, μάλιστα, η τραγωδία και κωμωδία να μην είχαν αναπτυχθεί τόσο αν δεν υπήρχαν τέτοιες υποδομές. Η σημασία των υποδομών, ξέρετε, στην εξέλιξη οποιασδήποτε τέχνης ή επιστήμης είναι κρίσιμη. Κάτι που ασφαλώς αναγνώριζαν οι αρχαίοι Έλληνες και αποτελούσε θεμέλιο λίθο των επιτευγμάτών τους.

img_20180818_2204241325623952.jpg

Αντίθετα, η σύγχρονη Ελλάδα βρίθει παραδειγμάτων όπου οι κόποι δεν αποδίδουν ακριβώς επειδή έχει αγνοηθεί η σημασία της δημιουργίας των απαραίτητων υποδομών. Είναι δεκάδες οι ευφυείς νέοι που δεν είχαν πρόσβαση σε ένα καλό σχολείο, μια πλούσια βιβλιοθήκη ή οι πολλά υποσχόμενοι αθλητές που τσάκισαν τα πόδια τους σε χωμάτινα γήπεδα γεμάτα λακκούβες. Η απουσία υποδομών, μαζί με άλλα φυσικά, αναδεικνύει την απόσταση που μας χωρίζει από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Οι υπεροπτικές αναφορές σε αυτόν, συνδυαζόμενες συχνά με ρήσεις του τύπου «οι Έλληνες τα καταφέρνουν στο εξωτερικό» είναι τουλάχιστον βλαπτικές. Μη γελιέστε, δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο η φυλή μας. Οι Έλληνες τα καταφέρνουν στο εξωτερικό όσο και οι άλλοι μετανάστες που έφυγαν ζορισμένοι από τις χώρες τους και βρέθηκαν σε άρτια οργανωμένα περιβάλλοντα. Όπως, ας πούμε, ο Πελέ μεγαλούργησε στο χλοοτάπητα αφού πρώτα είχε γδαρθεί στους λασπόδρομους της Βραζιλίας χρησιμοποιώντας πορτοκάλια ή κουρέλια για μπάλα. Υπάρχουν λαμπροί μαθηματικοί από την Ινδία, γιατροί από την Αίγυπτο και αυτοδημιούργητοι επιχειρηματίες από όλα τα μέρη του κόσμου.

Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός έδωσε τα φώτα του στο ρωμαϊκό και αυτός με τη σειρά του στο λεγόμενο δυτικό. Φυσικά σ’αυτή τη διαδρομή άλλαξαν τα μέσα αλλά οι βασικές αρχές οργάνωσης και λειτουργίας μιας προοδευτικής κοινωνίας παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτες. Ίσως να ήταν πιο ωφέλιμη μια διαφορετική προσέγγιση στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Ας αποδεχτούμε, για αρχή, πως δεν έχουμε καμία σχέση με αυτόν. Ας υιοθετήσουμε, στη συνέχεια, τις αρχές και τις αξίες του. Αν και, για να είμαι ειλικρινής, αρκεί να αντιγράψουμε τις σύγχρονες κοινωνίες που στηρίζονται σε αυτόν. Και δεν αναφέρομαι στα μέσα αλλά στη νοοτροπία. Ας ξεκινήσουμε από εκεί και αν μπορούμε στη συνέχεια ας βελτιωθούμε. Το ίδιο έκαναν και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι με τους γειτονικούς σε αυτούς αξιόλογους πολιτισμούς. Δεν είναι κακό. Είναι μάλλον σοφό.

Μακαρόνια με ειδήσεις και κυμά

Είναι μεσημέρι και έχετε καθίσει για φαγητό. Από το παράθυρο βλέπετε φωτιά στο διαμέρισμα της απέναντι πολυκατοικίας. Δεν κινδυνεύετε και ούτε γνωρίζετε τους ενοίκους αλλά μάλλον θα σταματήσετε να τρώτε και κάτι θα κάνετε. Είτε από αλτρουισμό είτε από περιέργεια ή, το πιθανότερο, μια μίξη και των δύο δε θα μείνετε αδρανής. Αλήθεια, πόσο διαφορετική είναι η εικόνα που βλέπετε μέσα από το τζάμι του παραθύρου από εκείνη που μεταδίδεται μέσα από το γυαλί της τηλεοπτικής οθόνης;

Θεωρώ νοσηρό το συνδυασμό των ειδήσεων με οποιοδήποτε γεύμα της ημέρας. Η ένταση των συναισθημάτων που μας προκαλεί ένα γεγονός εξαρτάται, κατά προτεραιότητα, από τη συναισθηματική και φυσική μας απόσταση από αυτό. Εάν συμβεί κάτι δυσάρεστο σε ένα μέλος της οικογενείας θα μας αναστατώσει όσο μακρυά και αν βρίσκεται. Επιπλέον, θα θορυβηθούμε περισσότερο αν κάποιος άγνωστος που περπατά δίπλα μας πάθει κάτι πάρα αν αυτό συμβεί στο απέναντι πεζοδρόμιο. Συνήθως οι ειδήσεις που προβάλλονται δε μας αφορούν και ασφαλώς ο εγκέφαλος μας αναγνωρίζει αυτή τη διάσταση ανάμεσα στις δυσάρεστες εικόνες και την προσωπική μας ζωή. Αλλά είναι υγιές να συνδυάζονται με την ώρα του φαγητού;

img_20180802_102717-1189820650.jpg

Πιστεύω πως όχι. Αυτός ο συνδυασμός συμβάλλει στην εξοικείωση του ανθρώπου με ταπεινά ένστικτα, τον αναισθητοποιεί. Μόνο ένα κτήνος μπορεί να φάει ενώ μπροστά του συμβαίνει κάτι θλιβερό. Και εμείς πλησιάζουμε αυτό το κτήνος ολοένα και περισσότερο κάθε φορά που γευματίζουμε μπροστά στην εικόνα μιας καταστροφής.

Υπάρχουν και καλές ειδήσεις, θα μου πείτε. Ίσως να μη φαίνεται με την πρώτη ματιά αλλά είναι εξίσου επιζήμιο. Πόσο πιθανό θα ήταν στο άκουσμα ενός καλού νέου, αν, για παράδειγμα, κερδίζατε εσείς ή κάποιος δικός σας το λαχείο, να συνεχίζατε ατάραχος το γεύμα σας; Το κάνετε όμως όταν βλέπετε καλές ειδήσεις.

Είτε με κακά είτε με καλά νέα χάνουμε την ευαισθησία μας. Τα μακαρόνια με ειδήσεις και κύμα ταΐζουν το τέρας μέσα μας.

(Ά) Θεός;

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους που πιστεύουν στο Θεό, στον οποιοδήποτε Θεό, και σε εκείνους που είναι άθεοι. Πρόκειται καθαρά για θέμα στρατηγικής. Διαφορετικά πορεύεται όποιος πιστεύει πως υπάρχει κάτι μετά, το οποίο μάλιστα εξαρτάται από το ποιόν του σε αυτή τη ζωή, και αλλιώς όποιος είναι βέβαιος ότι όλα τελειώνουν εδώ. Η πίστη στο Θεό ή η απουσία της επηρεάζει καθοριστικά όλες τις αποφάσεις που παίρνουμε με μια ασυνείδητη κυρίως διαδικασία.

Δεν είναι εύκολο να απαντηθεί ποια επιλογή είναι ευνοϊκότερη για τον άνθρωπο ή την κοινωνία. Άσε που και ο προσδιορισμός του «ευνοϊκού» εξαρτάται από την ύπαρξη ή ανυπαρξία θρησκευτικής πίστης. Επιπλέον, φαίνεται πως μάλλον η απάντηση δεν είναι μοναδική και αλλάζει ανάλογα με τις περιστάσεις και το χαρακτήρα του καθενός.

Αναμφισβήτητα, όποιος πιστεύει «υποχρεώνεται» είτε συνειδητά είτε από «φόβο» Θεού να ακολουθήσει μια σειρά ηθικών κανόνων. Όλες οι θρησκείες προάγουν τις ατομικές και κοινωνικές αρετές. Αντίθετα, ένας άθεος ευκολότερα υποκύπτει στα πάθη του. Γιατί να μην επιδιώξει ακόμα και ό,τι νοσηρά επιθυμεί αφού στο τέρμα δεν τον περιμένει ένας αδέκαστος κριτής.

Από την άλλη πάλι, οι θρησκείες (οι πλέον δημοφιλείς τουλάχιστον) δίνουν το παράθυρο της μετάνοιας. Έτσι κάποιος μπορεί να ακολουθήσει ένα δρόμο… κακό έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του πως μπορεί όταν φτάσει στο όριο που ο ίδιος θέτει να αναζητήσει συγχώρεση. Αυτή η διαδικασία είναι εν πολλοίς ασυνείδητη μιας και η μετάνοια οφείλει να είναι ειλικρινής.

Τέλος, όποιος πιστεύει, επειδή ακριβώς τίποτα δεν τελειώνει εδώ, ευκολότερα θυσιάζεται για κάποιο ιδανικό. Αντίθετα, ένας άθεος είναι λογικό να επιδιώκει την παράταση του βίου του με κάθε τρόπο.

Υπάρχουν, όμως, κάποιοι άνθρωποι των οποίων η ζωή δεν επηρεάζεται από τις θρησκευτικές τους επιλογές. Πρόκειται για το σπάνιο είδος όσων έχουν την υψηλή παιδεία να ζυγίζουν τη σημασία και συνάμα την ασημαντότητα της ύπαρξής τους με το σωστό μέτρο. Δε διογκώνουν αλλά ούτε ευτελίζουν τη ζωή τους και θα πάρουν τις ίδιες αποφάσεις είτε πιστεύουν είτε δεν πιστεύουν. Μην μπερδέψετε την παιδεία με τη μόρφωση. Οι άνθρωποι αυτοί απαντώνται εξίσου στα έδρανα καταξιωμένων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και στα απομακρυσμένα χωριά τις Πίνδου. Εκεί ψηλά μπορεί και περισσότερο.